Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

[...] το περιβόλι είναι δικό μου







 Ο Ίων Δραγούμης περιποιείται τα λουλούδια.
(Φωτογραφικό Αρχείο/Γεννάδειος βιβλιοθήκη)


[...] Είμαι περιβόλι πολλών ειδών λουλουδιών. Και τα καλλιεργώ όλα μου τα λουλούδια, μερικά με περισσότερην αγάπη και άλλα με λιγώτερη, αλλά τα καλλιεργώ όλα εξ ίσου επειδή φοβούμαι μήπως, αν καλλιεργήσω μόνον το ένα είδος, εκείνο που αγαπώ περισσότερο, τότε θα πολλαπλασιασθή τόσο που θα πνίξει και τα άλλα και θα γεμίση όλο το περιβόλι μου.
Τότε όμως το περιβόλι δε θα είνε πια περιβόλι, θα είνε μικρή αποθήκη του είδους αυτού των λουλουδιών. Μπορεί να είνε χρήσιμη για τους άλλους (ως pépinière1) αλλά για μένα πια δε θα είνε περιβόλι, και μένα μόνο τα περιβόλια μ’ αρέσουν μόνο γιατί με τα λουλούδια κάνω το περιβόλι, μ’ αρέσουν γιατί βάζοντας πολλών ειδών χρώματα και σχήματα ευχαριστώ το μάτι μου και χαίρομαι. Γι’ αυτό καλλιεργώ πολλά λουλούδια, όλα τα λουλούδια που μπορώ να βρω, και τα φροντίζω το ένα ύστερ’ από τ’ άλλο, απ’ το πρωί ως το βράδυ, και την άλλη μέρα πάλι από το πρωί ως το βράδυ. Κ’ έτσι κάνω ένα περιβόλι, και το περιβόλι είναι δικό μου.
Δεν πρέπει να φοβούμαι να βάλω στο περιβόλι μου κανένα είδος λουλουδιών, αφού ξέρω πως κάθε μέρα θα κυττάζω να μην πολλαπλασιασθή τόσο που να πνίξη τ’ άλλα μου λουλούδια, γιατί τα θέλω όλα.[...]



15 Ιουνίου 1902. Ίων Δραγούμης- Από τα αδημοσίευτα ημερολόγια 1902-1908- *Από το Αρχείο Ίωνα Δραγούμη / Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη.


   1. Φυτώριο, θερμοκήπιο.







Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017

Ίων Δραγούμης: "Είμαι από το Μπογατσικό..."


Γερόντισες του Βογατσικού φωτογραφημένες από τον Φίλιππο Στ. Δραγούμη (1927;)


[...] Είμαι από το Μπογατσικό και σαν το είδα πάλι, ένοιωσα καλλίτερα τον καιρό εκείνο που μ' έχει μαγεμένο. (Είπα χωρίς να προσέχω "και σαν το είδα πάλι", σα να το είχα δει κι άλλη φορά. Μα το είδαν οι προγονοί μου, ο προππάπος μου που γεννήθηκε αυτού και έπαιξε με τα άλλα παιδιά του χωριού, και έρριξε το λιθάρι. Το είδαν οι πρόγονοί μου, το ίδιο δεν κάνει τάχα; Ένα δεν είμαστε τάχα κ' εγώ και εκείνοι; Το είδα πάλι το Μπογατσικό ύστερα από τόσα χρόνια που είχα ζήσει στην ξενητειά, και λαχτάρα μ' έπιασε. Πόθος με κάτεχε να πάγω στα Δραγουμέϊκα, στο μαχαλά μας, ν' αγοράσω το σπίτι που γεννήθηκε ο προππάπος μου και να καθίσω αυτού.

"Πήγε να κάνη τη Λαμπρή και το Χριστός Ανέστη
να ψήση το σφαχτάρι του, κόκκιν' αυγά νά φάη
και να χορέψουν τα παιδιά, να ρίξουν στο σημάδι."

Και τώρα βγαίνουν στο βουνό το Πάσχα και ρίχνουν στο σημάδι, τα παλληκάρια του χωριού, και χορεύουν οι νιές και τα παλληκάρια.)

                                                                              Ίων  Δραγούμης*

*Εγγραφή στα "τετράδιά" του με ημερομηνία 4 του Μάρτη 1906. [Από τα ανέκδοτα ημερολόγιά του της περιόδου 1902-1908. Αρχείο Ίωνα Δραγούμη -Γεννάδειος Βιβλιοθήκη].

********
 
Αρχείο Φιλίππου Δραγούμη - φωτογραφία του ίδιου (1927;)


Στο κείμενο: το σπίτι που γεννήθηκε ο προππάπος μου.

 

Το σπίτι των Δραγούμηδων (Νταγκουμάδων), που είχε περιέλθει στην κυριότητα της  Σουμάλαινας,   κάηκε ολοσχερώς το 1912 κατά την διπλή πυρπόληση του Βογατσικού από τους Τούρκους. Οι Δραγούμηδες δεν κατάφεραν -παρά την πρόθεσή τους- να το αγοράσουν ποτέ. Ο Ίων φιλοξενήθηκε και κοιμήθηκε μερικές μέρες σ' αυτό το σπίτι όταν  επισκέφθηκε μονάχος του το Βογατσικό, τον Αύγουστο του  1903, μετά από περιπετειώδες ταξίδι με το άλογό του από Μοναστήρι προς Ελασσσώνα-Τσαριτσάνη-Βογατσικό. Ερείπια του σπιτιού φωτογράφησε στα 1927  ο αδερφός του Φίλιππος [το σπίτι της Σουμάλαινας σημειώνει στη φωτογραφία]. Στη φωτογραφία αυτήν διακρίνεται μονάχα ένα τμήμα  της τοιχοποιίας του σπιτιού να διασώζεται ακόμα. Μπορεί όμως κανείς εύκολα να υποθέσει την θέση του σπιτιού στη γειτονιά. Σήμερα εκεί δεν υπάρχει τίποτε [ίσως μονάχα κάποια ...φιλονικία για την διεκδίκηση του "οικοπέδου". Του αδειανού  πια μέρους!].
Οι Τούρκοι έκαψαν. Οι Βογατσιώτες και οι –εκάστοτε- "αρχές του τόπου" ξέχασαν. Κι απόμειναν τσουκνίδες κι αγριόχορτα να διαφεντεύουν εκεί... 

    Οι φωτογραφίες προέρχονται  από το Αρχείο Φιλίππου Στ. Δραγούμη -Γεννάδειος Βιβλιοθήκη.



Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

Όπως σε γλέντι τη νύχτα ξαφνικό (2)...




                                                                                             φωτ. Αργ. Βαϊνάς


Τα ...υστερόγραφα της επόμενης μέρας


Ο αγαπημένος  φίλος Αργύρης Ζ. Βαϊνάς  μου έστειλε "ανταπόκριση", φωτογραφικά προϊόντα αυτοψίας, της "επόμενης μέρας". Το μέρος "άνοιξε" πια τίποτε δεν ενοχλεί τα μάτια μας... Σημείο zero...

Κι όπως έγραφα σε μια φίλη χτες "νιώθω σαν μια ασχημούλα καμπουριαστή γεροντοκόρη, μέσα σε μίζερη απογύμνωση και χωρίς καμιά δόξα να εξέλιπε..." Που ωστόσο τόλεγε η "περδικούλα" της κι έστεκε όρθια απέναντι στον πανδαμάτορα χρόνο, θαρρείς από ένα πείσμα καρτερικό, δίχως έπαρση. 
Νίκησε το χρόνο κι "έχασε" από την φωτιά...

                                                                                           φωτ. Αργ. Βαϊνάς

 Κάτι πέτρες πεσμένες, μια απείραχτη πινακίδα οδοσήμανσης και λίγα νεοκλασσικά απομεινάρια από το επίχρισμα της πρόσοψης, σίδερα, καμμένα ξύλα, τα κεπέγκια κάτω είναι ότι απόμεινε... 

                                                                                             φωτ. Αργ. Βαϊνάς

...μαζί με μια απορημένη γάτα κοντά στα χαλάσματα. 
Ο Φλεβάρης που έρχεται αυτήν θα την κάνει  να ξεχαστεί στους έρωτες αναζητώντας αλλού κεραμίδια...
Εμείς δεν έχουμε θέμα. Την είχαμε ξεγραμμένη από καιρό την ..."γεροντοκόρη" οικία Τσαγανά.



Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

Όπως σε γλέντι τη νύχτα ξαφνικό...




Φωτογρ. Γιώργος Γκολομπίας

[...] Θα καίγαν 'ολα

Τίποτα δεν θα πείραζεν εμένα

Το πιο μεγάλο χάζι [...]

Θεόδωρος Ντόρρος
"Στου γλυτωμού το χάζι"


Αναμφίβολα δεν αποτελούσε  κάποιο σημαντικό αρχιτεκτόνημα. Θα μπορούσες απλως να το πεις διαίτερο" ή διόμορφο". Το χτίσιμό του το τοποθετώ μερικά χρόνια μετά την διπλή πυρπόληση του Βογατσικού. Γύρω στα 1920.  Ένα ψηλό, πέτρινο, μακρόστενο κτίσμα με "τυφλή" και ασοβάντιστη  ολόκληρη την νότια πλευρά του επειδή προφανώς συνόρευε με οικόπεδο (όπου δεν θυμάμαι ποτέ να έχει υπάρξει άλλο κτίσμα). Ξεχώριζε ανάμεσα στα σπίτια του χωριού κυρίως για το ύψος του. Ήταν κτισμένο σε ύψωμα και, καθώς ο εργολάβος εκμεταλλεύθηκε το πρανές, το σπίτι έγινε τριόροφο. 

Στο ισόγειο του σπιτιού η οικογένεια Τσαγανά διατηρούσε ένα από τα πιό παλιά μπακάλικα του χωριού. Το είχα προλάβει σε λειτουργία. Κατά τη δεκαετία ΄70 λειτουργούσαν  τα μπακάλικα του Στέργιου Παπαστέργιου-Τέζια & υιoύ (το πλέον οργανωμένο!) του Πέτρου Βοϊδομάτη, του Κώστα Δαρλαγιάννη ["Η Κάτω Αγορά"!], του Κώστα Λέτσα, του "μπάρμπα Μήτσιου" (πλάι στο Δημοτικό σχολείο), "της κυρά Πηνελόπης" (στο Τζίτσκο) κι αυτό της οικογένειας Τσαγανά.

φωτογραφία: Ν. Τσίγκας
Η Τούλα Τσαγανά-Τακαντζιά, ανύπα- ντρη μεγαλοκοπέλα και κληρονόμος της οικογένειας, κατάφερνε να το εφοδιάζει κάπως με "αγαθά" ώστε να εξυπηρετεί την μικρή πελατεία της. Όταν όμως τη δουλειά απορρόφησαν σιγά σιγά τα μεγαλύτερα παντοπωλεία, που ήταν πάνω στο δημόσιο δρόμο και στην πλατεία του χωριού, αναγκάστηκε και το 'κλεισε. 

Η Τούλα γηροκομούσε τον πατέρα της και τον θείο της Αθανάσιο [σημ. από τα σχόλια που ανάρτησε στο blog ανεψιά της Τούλας  μάθαμε πως τελικά ο Θανάσης ήταν ...αδερφός της!] που ήρθε κατά τας δυσμάς του βίου του στο χωριό επιστρέφοντας από τον Καναδά. 

Ο κυρ-Θανάσης ήταν ένας λιπόσαρκος, ήσυχος, λεπτεπίλεπτος στους τρόπους και τις συνήθειες,  αγαθός άνθρωπος με μια εξασθενημένη ανάσα. Ίσα που έβγαινε η φωνούλα του. (Έμοιαζε καταπληκτικά με τον γηραιό πατέρα της οικογένειας στην ταινία "Η τιμή των Πρίτζι"). Έβγαινε καθημερινά στην πλατεία, στο καφενείο, πήγαινε στο κουρείο, συναναστρεφόταν τους άλλους καλοντυμένους -στην τρίχα- "αμερικάνους" συνταξιούχους φίλους του που κάλυπταν και την κεφαλή τους με ακριβά ρεπουμπλίκια. Περνούσε δε συχνά κι από το ταχυδρομείο για να παραλάβει  κάποιο τσεκ ή την -τακτικότατη- αλληλογραφία του. Εκεί τον περίμενα πολλές ελλόγου  μου που, καθώς "είχα τα μέσα"  αφού ο προϊστάμενος του γραφείου "Τρία Ταυ" ή ΤΤΤ (Ταχυδρομείο, Τηλεγραφείο/τηλεφωνείο και Ταμιευτήριο) ήταν  συγγενής μου, κατάφερνα να του αποσπάσω τα γραμματόσημα ακρωτηριάζοντας τον "φάκελλο αεροπορίας"   με το κόκκινο-μπλε κορδόνι στο περίγραμμα στο ...επιθυμητό σημείο. Μεγάλο μέρος της συλλογής μου των γραμματοσήμων συμπληρώθηκε από τους φακέλλους που λάβαινε ο πράος και μειλίχιος αυτός άνθρωπος. 

Κάποτε η Τούλα απόμεινε μόνη  κι όταν και η ίδια γέρασε αρκετά, βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη όπου την φρόντισαν ως τον θάνατό της συγγενείς της.  Το σπίτι για πάνω από είκοσι χρόνια ήταν ακατοίκητο. Έρμαιο της κατερρείπωσης, της εγκατάλειψης και των πολλαπλών συλλήσεων...



Προχθές αντίκρισα το σχετικό βίντεο και τις φωτογραφίες στο ρεπορτάζ γνωστής εφημερίδας της Καστοριάς*. Θα μπορούσε κανείς -που θα 'θελε να αυταπατηθεί ή να παρηγορηθεί- κάλλιστα να υποθέσει πως το σπίτι μέσα στη παγωμένη νύχτα, και με το χιόνι ολόγυρα για σκηνικό, ετοιμάστηκε για κάποια γιορτή. Ένα εωσφορικό, απόκοσμο -και σαν κινηματογραφικό- φως φαίνεται να βγαίνει από το χώρο όπου κάποτε λειτουργούσε το μπακάλικο. Φωτίζεται λίγο το χιόνι και ένα σπίτι στο βάθος. Φαντάζομαι πως οι ήχοι από γυαλικά που θα ακούγονταν κάθε τόσο να σπάνε θα προέρχονταν  από μπουκάλια που είχαν απομείνει ή από τα λιγοστά τζάμια στα παράθυρα... (Ή μήπως τα 'σπαγαν γλεντοκόποι που έφτασαν στο αμήν;)



Στον πάνω όροφο το φως πιό έντονο κανονική φωταψία   σαν να είχαν ανάψει όλοι μαζί οι πολυέλαιοι στη σάλα. Τέτοιες πολυτέλειες και δόξες βέβαια δεν είχε γνωρίσει ποτέ το σπίτι. 
Το νυχτερινό "γλέντι" λοιπόν έμοιαζε σαν να 'χει φουντώσει για καλά...




Όμως το σπίτι καίγονταν...

Ήρθε κι η πυροσβεστική -για να προχωρήσει στην κατάσβεση- όταν αυτό είχε πια λαμπαδιάσει ολόκληρο. Με τέτοιον χιονιά και κρύο ολόγυρα, φαίνεται πως προτιμήθηκε  απλώς η επίβλεψη της θεαματικής δημόσιας αποτέφρωσης του ...νεκρού!

Ένα ακόμα σπίτι της βογατσιώτικης ιστορίας εξέλιπε με μαρτυρικό τρόπο. 

Έχουν και τα σπίτια την τελευτή τους...

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2017

Φωτογραφία με χιόνι...












[...] Χρυσό μάτι της πρώτης αρχής, 
σκοτεινή υπομονή του τέλους... 

Γκεόργκ Τρακλ "Έτος"
μτφρ. Αλεξ. Ίσαρης



Πάλι το ευλογημένο Vogatsikostories ανασκούμπωσε τη μνήμη μας... Μια φωτογραφία παλιά  -ποιός ξέρει από ποιανού αρχείο...- με ημερομηνία κάτω δεξιά 19.1.37. Δηλαδή: α κ ρ ι β ώ ς  ογδόντα χρόνια  πίσω στον καιρό γυρίζοντας...

Πρώτα αναγνώρισα το σπίτι. Φυσικά και είναι η οικία Σταυρίδη. Κάτω από το δικό μας, με μεγάλο κήπο και δέντρα στην αυλή, με θέα στο ποτάμι πέρα και στα βουνά της Πίνδου, στα Μάρμαρα, τη Μούσγκα και το Λάκκο. Πέτρινο μεγαλοπρεπες σπίτι που υπάρχει ακόμα σε καλή κατάσταση, έρημο όμως και ακατοίκητο από καιρό. Βγήκε σε πώληση μαθαίνω...

Έξη γυναίκες στη φωτογραφία με σκουρόχρωμα ρούχα. Κρατούν το μαλακό χιόνι στα χέρια σε μεγάλες τούφες. Σαν να κρατούν νεογέννητα μωρά. Ή λες κι έχουν μεγάλα κομμάτια μπαμπάκι ή γνεσμένο προβατίσιο μαλλί... Όλες κοιτάζουν στα δεξιά τους σε κάποιον που μάλλον τους λέει κάτι εύθυμο ή τις πειράζει. Πάντως δεν κοιτούν το φακό ή τον φωτογράφο...

Ξεχώρισα ανάμεσά τους, αμέσως εννοείται, τη γιαγιά μου Κλεοπάτρα στο μέσον της φωτογραφίας. Με γούνινο γιακά στο πανωφόρι της. Ίσως μαντήλι λευκό στο λαιμό ή κάποιο ανοιχτόχρωμο ρούχο να ξεχωρίζει. Μαύρα μαλλιά... Χαμογελάει... Τα επόμενα χρόνια θα χάσει δυό παιδιά κοντά στη γέννα. Το '40 και το '42 θα αποκτήσει δυό κορίτσια (την Ελένη και την Αλεξάνδρα). Το ΄45 θα χάσει τον άντρα της -τον παππού- από "φθίση"... Στην φωτογραφία αυτή είναι μόλις εικοσιτεσσάρων χρονών. 
Στα αριστερά δίπλα της η "συνυφάδα" της Βάια [Βάτσιω] Σαββαρίκα το γένος Δεληγιάννη λίγο μεγαλύτερη -δυο τρία χρόνια- απο τη γιαγιά μου. Έχει ήδη ένα γυιό τον Κώστα και μέσα στα επόμενα χρόνια θα γεννήσει την Αλεξάνδρα. Θα χάσει τον άντρα της -αδερφό του παππού μου- το ΄46 από περιτονίτιδα. 
Η πρώτη από τ΄αριστερά, δίπλα σ΄αυτές, είναι η νεότερη τους Μαλαματή [Ματέκου] Σταυρίδη. Το ΄43 θα χάσει το γαμπρό της [θα τον δολοφονήσουν τον Απρίλιο του ΄43 οι Ιταλοί της Μεραρχίας Πινερόλο] τον Μάρτιο δε της επόμενης χρονιάς θα της φέρουν σκοτωμένο από τους γερμανούς στην Κλεισούρα τον αδερφό της Ράλλη. Μέσα στην δεκαετία εκείνη θα χάσει και τον ξενιτεμένο στην Αμερική πατέρα της και τον άλλο της αδερφό. Δεν απόκτησε παιδιά, δεν παντρεύτηκε ποτέ...

Σκέφτομαι πόσο η χαρά ξεγελάει. Πως μονάχα ένα κοίταγμα αλλόκοτο σε μια άλλη κατεύθυνση είναι οι στιγμές της ξεγνοιασιάς μας. Κι ύστερα έρχεται η μεγάλη τραγωδός η ζωή, να τα συμπαρασύρει και να τα σαρώσει όλα!

Ας κρατήσουμε στα χέρια μας το πρόσκαιρο χιόνι και ας χαμογελάσουμε σαν αληθινά γενναίοι και δήθεν παραπλανημένοι από εκείνον που στέκει έξω από το πλάνο και μας απασχολεί με αστεία και χοντροκοπιές...






Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

"Σοκάκι μου μακρὺ-στενό, μὲ τὴν κατεβασιά σου" [...]







                                                  PHOTO. N. Τσίγκας
 


Εδώ να πέσει χιόνι πυκνό και να το ψηλώσει «ένα γόνα»!


Στο πιο φωτογραφημένο παλιό σοκάκι του χωριού. Εδώ, όπου αντικριστές οι πόρτες των σπιτιών των δυο Διόσκουρων αδερφών μου που χάθηκαν ο ένας κοντά στον άλλον την ίδια φριχτή χρονιά (για το 2009 μιλώ…). Η οξώπορτα στο σπίτι του Χρυσόστομου Τζημάκα κι εκείνη του Γιώργου Γκολομπία. Οι πόρτες αυτές σύμφωνα με το μεράκι και των δυο και την αφειδώλευτη αγάπη τους για το χωριό μερεμετιάστηκαν κατάλληλα και ανασυστάθηκαν (ίσον αναστήθηκαν ολοφάνερα) εξ αρχής. Ο Γιώργος πήγε και παράγγειλε από σιδηρουργό στην Κοζάνη εκείνα τα -πλατυκέφαλα- γυφτοκάρφια για να στεριώσει και να διακοσμήσει την πόρτα. Κάτι παρόμοιο έπραξε και ο Χρυσούλης. 

Το σπίτι της Ραμόνους αντικριστά στου Γιώργου έχει καταρρεύσει από καιρό. Κάποια ηλιόλουστη  μέρα πατήσαμε με δέος με τον Ηλία Παπαμόσχο πάνω στα ερείπια λίγο προτού τ’ απομακρύνει σαν «άχρηστα μπάζα» η μπουλντόζα του Δήμου. Έτριξαν με μικρές φωνές  και τραγουδώντας σ’ όλες τις οκτάβες της μουσικής κλίμακας  μας αποχαιρετούσαν σπασμένα τζάμια, ξύλα, τσακισμένες καλαμωτές  -φαγωμένες πρωτύτερα από το σαράκι-, ξύλινα σαχνισιά,  πατώματα, υπολείμματα από ταβάνια και σκάλες, σιδεριές των παραθύρων ή των μπαλκονιών  και θρυμματισμένα κεραμίδια. Κοιτούσαμε απέναντι θεόκλειστο το σπίτι του Γιώργου. Εκείνος πεθαμένος και αυτό να στέκει ακόμα... Της Ραμόνους δεν άντεξε. Έπεσε πρώτο. Το άλλο πιο κάτω δεν ξέρω ποιός Θεός ή ποιός άνθρωπος το κρατάει όρθιο τόσα χρόνια…  Η ώχρα και το λουλακί στους τοίχους του (αυτά τα παντοτινά χρώματα της θλίψης και της μνήμης του χωριού) μένουν απαράλλαχτα.
Έλεγα λοιπόν -δηλαδή ολοψύχως ευχόμουνα- στο σοκάκι αυτό να πέσει ένα χιόνι σαν εκείνο στο διήγημα του Παπαδιαμάντη «Έρωτας στα χιόνια». Και να καλύψει τις πέτρες στο καλντερίμι, να υψωθεί και να σκεπάσει  τις λύπες όλες, και να ξεπλύνει τις αμαρτίες μας, να εξαγνίσει τις φθονερές σκέψεις μας, να καθαρίσει την καρδιά μας… 

Και να που το θαύμα έγινε: Στο  βαθειά αισθαντικό [άριστη φωτογραφική ματιά!] φεϊσμπουκικό βογατσιώτικο αλώνι το vogatsikostories φάνηκε αυτή η φωτογραφία. Πρώτο χιόνι του χειμώνα φέτο («Αη Αντρέας τ’ αντρειώνει κι ο Αη Σάββας σαβανώνει…»).

                                                PHOTO: Vogatsikostories f/b



Τώρα μπορώ να φέρω εδώ τον "μπαρμπα Γιαννιόν" (ανακαλώ ήδη κάποιον στη μνήμη μου σχετικόν απολύτως...) και είμαι πια σε θέση να ψελλίσω τις λίγες αράδες από το τέλος του διηγήματος:


[…] Μόλις ἤρθρωσε τὰς λέξεις, καὶ σχεδὸν δὲν ἠκούσθησαν. Ἐχάθησαν εἰς τὸν βόμβον τοῦ ἀνέμου καὶ εἰς τὸν στρόβιλον τῆς χιόνος.
Καὶ ἐγὼ σοκάκι εἶμαι, ἐμορμύρισε… ζωντανὸ σοκάκι.
Ἐξεπιάσθη ἀπὸ τὴν λαβήν του. Ἐκλονήθη, ἐσαρρίσθη, ἔκλινε καὶ ἔπεσεν. Ἐξηπλώθη ἐπὶ τῆς χιόνος, καὶ κατέλαβε μὲ τὸ μακρόν του ἀνάστημα ὅλον τὸ πλάτος τοῦ μακροῦ στενοῦ δρομίσκου.
Ἅπαξ ἐδοκίμασε νὰ σηκωθῇ, καὶ εἶτα ἐναρκώθη. Εὕρισκε φρικώδη ζέστην εἰς τὴν χιόνα.
«Εἶχαν οἱ φωτιὲς ἔρωτα!… Εἶχαν οἱ θηλιὲς χιόνια!»
Καὶ τὸ παράθυρον πρὸ μιᾶς στιγμῆς εἶχε κλεισθῆ. Καὶ ἂν μίαν μόνον στιγμὴν ἠργοπόρει, ὁ σύζυγος τῆς Πολυλογοῦς θὰ ἔβλεπε τὸν ἄνθρωπον νὰ πέσῃ ἐπὶ τῆς χιόνος.
Πλὴν δὲν τὸν εἶδεν οὔτε αὐτὸς οὔτε κανεὶς ἄλλος. Κ᾽ ἐπάνω εἰς τὴν χιόνα ἔπεσε χιών. Καὶ ἡ χιὼν ἐστοιβάχθη, ἐσωρεύθη δύο πιθαμάς, ἐκορυφώθη. Καὶ ἡ χιὼν ἔγινε σινδών, σάβανον.
Καὶ ὁ μπαρμπα-Γιαννιὸς ἄσπρισεν ὅλος, κ᾽ ἐκοιμήθη ὑπὸ τὴν χιόνα, διὰ νὰ μὴ παρασταθῇ γυμνὸς καὶ τετραχηλισμένος, αὐτὸς καὶ ἡ ζωή του καὶ αἱ πράξεις του, ἐνώπιον τοῦ Κριτοῦ, τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερῶν, τοῦ Τρισαγίου.